1) Εν τσι μάνα της με τήμασε
να μ’έβρει μέστο λάκκο
εν τουλάχιστο να το γευτό
τσίντο φιλί σου νάκκο.

1β) Μόνη της τσιμάται, μόνη της ηστρώνει
μόνη της πλιννίσκει τσιέ μένα φαρμακώνει
την σσιηλλό πελλή.

3) Εν που το στενό της έρεσσα
τσιέ σφύρισα της ν’άρτη
έν τσιέ μια κούκλα όμορφη
φοούμε που τ’αμμάτι.

4) Εν την νύχτα που σε μάθαινα
τσιέ λάλες μου λοούθκια
εν πουτό πολλύ το έσσκι σου
εξύππασες τα βούκια.

5) Εν καρσσιή που το μπαλκόνι σου
κάθουμαι με τες ώρες
εν τσιέ δεν φοούμαι πούλλα μου
με κεραυνούς με μπόρες.

Αρβανίτες κάμνουν γάμο
Τσιέ κουλλούρκα με τον άμμο.
Αρβανίτες κάμνουν φέστα
Τσιέ κουλλούρκα μεσ’τη τσέστα.