Άρχοντες καλημέρα σας καλή γιορτή επάνω σας
ήρταν τα βάια ήρτασην τζιε του Λαζάρου έγερση
τ’άγια πάθη του Χριστού αξίως προσκυνήσατε.

Ο Λάζαρος ο δίμητος ο κοτσινοπεθύμητος
ακούσαντον οι όρνιθες τζιε κάτσαν να γεννήσουν
αυκά να κοτσινήσουν το Πάσχα να τσουγκρήσουν.

Περί καλώ σας άρχοντες να ξηγηθώ στον Λάζαρο
τον πρώτο που ευρέθηκε και ύστερα τί έγινε.

Αρχή αρχόντες το λοιπόν και όλοι αφηκράστε μου
Χριστός περί επάτησε εις τ’άγια Ιεροσόλυμα.

Τζιε θαύματα εποίησε μεγάλα και παράδοξα
ως υιός του Θεού, του Θεού αληθινός
ακούσε για τον Λάζαρο.

Τότε εμποφώναξε μια φωνή μεγάλη
ανάστα φίλε Λάζαρε τζι’ακούστην εις τον άδη.

Τότε ξήλθε ο Λάζαρος κιτρίνος μαύρος και χλωμος
τζιε κιτρινοβαμμένος τζι’ αμέσως τον ερώτησα.

Πέσμας Λάζαρε τι είδες εις τον άδη εκεί που πήγες;
Είδα φόβους είδα τρόμους είδα βάσανα τζιε πόνους
της ζωής μου τ’όχει λέω μην με ρωτάτε πλέον
δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι.