1) Μεσ’το 94 στη φούρκα του σσιημώνα
έφτασε μια κοτσιακαρού έσσωτης τσιέ θκιακώνα.

2) Ώρα καλή σου κόρη μου τσιέ τρυφερό μερσίνι
που να σιής την ευκούλλα μου κάμε λεϊμοσύνη.

3) Κόψε μου νακουρίν ψουμί ποτσίνα τα ψουμιά σου
μα’ήντα μου αρέσκουσει τσίντα ζημώματα σου.

4) Έκοψε ίμισο ψουμί τσίνη η κοπελλούδα
τσιέ –κιάτο στη κοτσιακαρού τσιέ τρώε τσιέ τραούδα.

5) Κόρη μου που να έμπορα εγιώ για να δουλέψω
τσιέ μαερκά στο γάμο σου ν’άρτω να μαϊρέψω.

6) Σόπα θκιά κοτσιακαρού τσιέ ποιός έννα με πάρει
είμαστε φτωσιές-πάφτωσιες κανένας δεν κιάρει.

7) Πήαινε κόρη στο καλό πουνάσιης την ευτσή μου
τσιέ γιω τούτο που σου λαλώ είναι δουλειά διτζή μου.

8) Τότες εν μπο ξεκίνησε τσι’βρε το παλληκάρι
τι έσιης γιόκκα μου καλέ τσιέ γίνεις τέθκιο χάλι.

9) Άφησμε θκειά κοτσιακαρού τσιέ μένα στους καμούς μου
αϊσμε εις τες σκέψεις μου τσιέ αναστεναγμούς μου.

10) Τσιέ πιάσε τσιέ σμείξε τους κυό γιορτή μεγάλη εγίνει
έσιετε γιά πεδάτζια μου τσιέ φεύκει τους αφήνει.

11) Ευκαριστούμε σου πολλά θκειούλλα μου να μας ζήσεις
τσιέ ψυσικό εν πόκαμες χαρά να μας χαρίσεις.